καθολικισμός

Μεταφράσεις

καθολικισμός

catholicisme (kaθolici'zmos)
ουσιαστικό αρσενικό
ένα από τα χριστιανικά δόγματα
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close