καθοριστικός

Μεταφράσεις

καθοριστικός

(kaθoristi'kos) αρσενικό

καθοριστική

(kaθoristi'ci) θηλυκό

καθοριστικόό

decisive (kaθoristi'ko) θηλυκό
επίθετο
που επηρεάζει κπ εξέλιξη καθοριστική απόφαση
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close