καινούριος

(προωθήθηκε από καινούρια)
Μεταφράσεις

καινούριος

(ce'nurjos) αρσενικό

καινούρια

(ce'nurja) θηλυκό

καινούριο

(ce'nurjo) ουδέτερο
επίθετο
1. για κτ νέο σε θέση παλιού καινούριος χρόνος καινούρια διεύθυνση
2. που δεν είναι μεταχειρισμένος καινούρια παπούτσια καινούριος υπολογιστής
3. πρωτοποριακός καινούριες ιδέες
4. που μόλις ήρθε καινούριο μέλος

καινούριος

αρσενικό

καινούρια

newneuf, nouveau θηλυκό
ουσιαστικό
που μόλις ήρθε Συμπαθητικός ο καινούριος.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close