κακοποιώ

Μεταφράσεις

κακοποιώ

maltreat, abusemaltraiterيُؤْذِيzneužítmisbrugemissbrauchenabusarkäyttää väärinzlostavljatiabusare濫用する학대하다misbruikenmisbrukewykorzystaćabusarоскорблятьmissbrukaข่มเหงkötüye kullanmaklạm dụng侵犯 (kakopi'o)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
ασκώ βία σε κπ ή βιάζω
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close