κακοπροαίρετος

(προωθήθηκε από κακοπροαίρετη)
Μεταφράσεις

κακοπροαίρετος

(kakopro'eretos) αρσενικό

κακοπροαίρετη

(kakopro'ereti) θηλυκό

κακοπροαίρετο

惡意恶意 (kakopro'eretο) ουδέτερο
επίθετο
που έχει κακή πρόθεση κακοπροαίρετος άνθρωπος
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close