καλλυντικό

Μεταφράσεις

καλλυντικό

cosmeticcosmétiquescosmetischecosméticosمستحضرات التجميل化妆品化妝品kosmetickékosmetisk化粧品 (kalindi'ko)
ουσιαστικό ουδέτερο
προϊόν φροντίδας του σώματος
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close