καλωδιακός

(προωθήθηκε από καλωδιακή)
Μεταφράσεις

καλωδιακός

(kaloðia'kos)

καλωδιακή

(kaloðia'ci) θηλυκό

καλωδιακό

cableKabelcavocâbleкабельkabelcaboкабелkabelkabelכבלケーブル케이블kabel (kaloðia'ko) ουδέτερο
επίθετο
που λειτουργεί με καλώδιο καλωδιακή τηλεόραση
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close