καλόγερος

Μεταφράσεις

καλόγερος

Mönchgreat tit, monk, boil, coat tree, carbunclemonje, divieso, forúnculo, fraile, furúnculo, percheromoine, furoncle, portemanteaumnich, czyrak, wieszak stojący, wrzód, zakonnik, чирийmongecălugărмонах, вешалка, фурункулرَاهِبٌmnichmunkmunkkiredovnikmonaco修道士수도승monnikmunkmunkพระkeşişthầy tu和尚Монк和尚 (ka'loʝeros)
ουσιαστικό αρσενικό
1. που ζει σε μοναστήρι οι καλόγεροι του μοναστηριού
2. μεταφορικά το έπιπλο που κρεμάμε τα παλτά Το καπέλο σου είναι στον καλόγερο.
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close