καλόκαρδος

(προωθήθηκε από καλόκαρδη)
Μεταφράσεις

καλόκαρδος

(ka'lokarðos)

καλόκαρδη

(ka'lokarði) θηλυκό

καλόκαρδο

نَبِيلmírnýblidsanftgentlegentil, suavehellägentilnježandelicato優しい온화한zachtaardigmildłagodnygentilдобрыйvarsamอย่างอ่อนโยนkibardịu dàng文雅的 (ka'lokarðo) ουδέτερο
επίθετο
που δεν κάνει κακό σε κανέναν
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close