καραφλός

(προωθήθηκε από καραφλή)
Μεταφράσεις

καραφλός

(kara'flos) αρσενικό

καραφλή

(kara'fli) θηλυκό

καραφλό

bald (kara'flo) ουδέτερο
επίθετο
που δεν έχει μαλλιά
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close