καρδιά

Μεταφράσεις

καρδιά

сърцеcorhjerteHerzheartcorazónدل, قلبsydäncoeurלבszívjantunghjartacuore心臓심장ഹൃദയംhartsercecoraçãosrdcesrcekalp, yürekقَلْبsrdcesrcehjerteсердцеhjärtaหัวใจtrái tim心脏 (kar'ðja)
ουσιαστικό θηλυκό
1. ζωτικό όργανο για την κυκλοφορία του αίματος Η καρδιά της χτυπάει πολύ γρήγορα.
2. μεταφορικά πηγή συναισθημάτων μέσα απ'την καρδιά μου Ραγίζει η καρδιά μου.
3. μεταφορικά το κέντρο η καρδιά του προβλήματος
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Collins Multilingual Translator © HarperCollins Publishers 2009
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close