κατάκτηση

Μεταφράσεις

κατάκτηση

conquestconquistaEroberungconquistaconquêteзавоеваниеconquistaالفتحConquestdobytíerobringכיבוש征服정복 (ka'taktisi)
ουσιαστικό θηλυκό
1. κυριαρχία η κατάκτηση μιας χώρας
2. απόκτηση, κατόρθωμα η κατάκτηση του δικαιώματος ψήφου οι κοινωνικές κατακτήσεις
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close