κατάματα

Μεταφράσεις

κατάματα

العينокотоตา (ka'tamata)
επίρρημα
1. μέσα στα μάτια του
2. μεταφορικά βλέπω αντιμετωπίζω κτ κατάματα
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close