κατάρρευση

Αναζητήσεις σχετικές με κατάρρευση: καταρρέω
Μεταφράσεις

κατάρρευση

collapse, debaclecolapsoсвернутьcolapsoانهيارsammenbrud축소ยุบ (ka'tarefsi)
ουσιαστικό θηλυκό
1. τελική πτώση η κατάρρευση γέφυρας
2. μεταφορικά ψυχολογική κατάπτωση η κατάρρευση ενός ανθρώπου
3. μεταφορικά η πτώση, η διάλυση η κατάρρευση μιας θεωρίας
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close