κατάρτιση

Μεταφράσεις

κατάρτιση

trainingformazioneformationобучениеškoleníkoulutus (ka'tartisi)
ουσιαστικό θηλυκό
1. εκπαίδευση σε κπ τομέα η κατάρτιση των υπαλλήλων
2. το σύνολο των γνώσεων επιστημονική κατάρτιση
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close