κατάρτιση

Μεταφράσεις

κατάρτιση

koulutusformationformazioneобучениеškolenítraining (ka'tartisi)
ουσιαστικό θηλυκό
1. εκπαίδευση σε κπ τομέα η κατάρτιση των υπαλλήλων
2. το σύνολο των γνώσεων επιστημονική κατάρτιση
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close