καταγωγή

Μεταφράσεις

καταγωγή

ancestry, descent, extractionorigenorigineorigineпроисхожденияoorsprongorigemпроизходoprindelseursprung (kataɣo'ʝi)
ουσιαστικό θηλυκό
προέλευση είμαι ελληνικής καταγωγής
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close