κατακλύζω

Μεταφράσεις

κατακλύζω

flood, bombard, inundate, overwhelm, pack, swamp (kata'klizo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. πλημμυρίζω Τα νερά κατέκλυσαν το σπίτι.
2. μεταφορικά γεμίζω ασφυκτικά Οι θεατές κατέκλυσαν την αίθουσα.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close