κατακλύζω

Μεταφράσεις

κατακλύζω

flood, bombard, inundate, overwhelm, pack, swamp (kata'klizo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. πλημμυρίζω Τα νερά κατέκλυσαν το σπίτι.
2. μεταφορικά γεμίζω ασφυκτικά Οι θεατές κατέκλυσαν την αίθουσα.
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close