κατακτώ

Μεταφράσεις

κατακτώ

erobernconquerkonkericonquérirيَفْتَحُporaziterobreconquistarvalloittaaosvojiticonquistare征服する정복하다veroverenerobrezdobyćconquistarзавоевыватьerövraชนะfethetmekchinh phục征服 (kata'kto)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. κυριεύω κατακτώ μια χώρα
2. κερδίζω κατακτώ έναν τίτλο
3. γοητεύω Μας κατέκτησε με τη μουσική του. κατακτώ την καρδιά κάποιου
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close