καταναλωτής

Μεταφράσεις

καταναλωτής

(katanalo'tis) αρσενικό

καταναλώτρια

consumerconsommateurمُسْتَهْلِكspotřebitelforbrugerVerbraucherconsumidorkuluttajapotrošačconsumatore消費者소비자consumentforbrukerkonsumentconsumidorпотребительkonsumentผู้บริโภคtüketicingười tiêu dùng消费者הצרכן (katana'lotria) θηλυκό
ουσιαστικό
αγοραστής, χρήστης
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close