καταναλώνω

Μεταφράσεις

καταναλώνω

consumeconsommercomerEssenmangiareetencomerjeśćjístspiseלאכול食べるätaกิน (katana'lono)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. ξοδεύω καταναλώνω τρόφιμανερό
2. καίω Το αυτοκίνητό μου καταναλώνει πολλή βενζίνη. καταναλώνω ενέργεια
3. αφιερώνω Καταναλώνεις το χρόνο σου στην τηλεόραση.
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close