καταρρέω

Μεταφράσεις

καταρρέω

collapse, slump, fall downيَسْقُطُ, يَنْهارُupadnout, zřítit sefalde ned, kollapseeinstürzen, zusammenbrechencaerse, desmoronarsekaatua, romahtaachuter, s’effondrerpasti, srušiti secadere, crollare倒れる, 崩れる무너지다, 쓰러지다instorten, omlaag vallenfalle ned, kollapseupaść, załamać sięcair, desmaiar, desmoronarсвалиться, упастьkollapsa, ramla nerพังทลาย, หกล้มçökmek, düşmekđổ sập, ngã, rơi倒下, 崩溃 (kata'reo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. γκρεμίζομαι Το κτίριο κατέρρευσε.
2. μεταφορικά παθαίνω κατάπτωση Κατέρρευσα μόλις το έμαθα.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close