καταρρακτώδης

(προωθήθηκε από καταρρακτώδες)
Μεταφράσεις

καταρρακτώδης

(katara'ktoðis) αρσενικό-θηλυκό

καταρρακτώδες

torrentieltorrential (katara'ktoðes) ουδέτερο
επίθετο
που πέφτει σαν καταρράκτης καταρρακτώδης βροχή
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close