καταστηματάρχης

(προωθήθηκε από καταστηματάρχισσα)
Μεταφράσεις

καταστηματάρχης

(katastima'tarçis) αρσενικό

καταστηματάρχισσα

صَاحِبُ الـمَتْجَرobchodníkbutiksindehaverLadenbesitzershopkeeper, storekeepertenderokauppiascommerçantvlasnik trgovinenegoziante店主상점 주인winkelierbutikkeiersklepikarzlojistaвладелец магазинаbutiksinnehavareเจ้าของร้านbakkalngười chủ cửa hàng店主 (katastima'tarçisa) θηλυκό
ουσιαστικό
που του ανήκει κατάστημα
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Πλοηγός λέξεων ?
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close