κατεψυγμένος

(προωθήθηκε από κατεψυγμένο)
Μεταφράσεις

κατεψυγμένος

(katepsiɣ'menos) αρσενικό

κατεψυγμένη

(katepsiɣ'meni) θηλυκό

κατεψυγμένο

مُتَجَمِّدzmrzlýfrossentiefgefrorenfrozencongelado, congeladosjäätynytgelézamrznutcongelato凍ったbevrorenfrossenzamrożonycongeladoзамороженныйdjupfrystซึ่งเป็นน้ำแข็งdonmuşđông lạnh冻结的, 冻结замразени凍結קפוא (katepsiɣ'menο) ουδέτερο
επίθετο
που τον έχουν καταψύξει κατεψυγμένο κρέας
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close