κατοικώ

Μεταφράσεις

κατοικώ

inhabit, dwellloĝihabiter, logerhabitarЖивея (kati'ko)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
μένω, ζω κατοικώ στην Ελλάδα
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close