κατοχή

Μεταφράσεις

κατοχή

Besitzoccupation, possessionposesiónpossessopossessionвладениеbezitpossedrženíbesiddelseinnehavครอบครอง (kato'çi)
ουσιαστικό θηλυκό
1. ιδιοκτησία έχω κτ στην κατοχή μου
2. κατάκτηση η γερμανική Κατοχή
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close