καύσιμο

Μεταφράσεις

καύσιμο

fuelcarburant, combustiblepaliwoوَقُودpalivobrændstofBrennstoffcombustiblepolttoainegorivocarburante燃料연료brandstofdrivstoffcombustívelтопливоbränsleเชื้อเพลิงyakıtnhiên liệu燃料гориво燃料דלק ('kafsimo)
ουσιαστικό ουδέτερο
υλικό που παράγει ενέργεια
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close