κειμήλιο

Μεταφράσεις

κειμήλιο

heirloomреликвияrelíquia (ci'milio)
ουσιαστικό ουδέτερο
ενθύμιo με ιστορική αξία οικογενειακό κειμήλιο
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close