κλήρος

Μεταφράσεις

κλήρος

allotment, lot, clergy, plot, shareclergéclerocleroдуховенствоcleroرجال الدينduchowieństwoдуховенство神职人员神職人員Duchovenstvopræster聖職者성직자 ('kliros)
ουσιαστικό αρσενικό
1. λαχνός Μου έπεσε ο κλήρος.
2. η κλήρωση τραβάω κλήρο
3. θρησκευτικός όρος το σύνολο των προσώπων της εκκλησίας o oρθόδοξος κλήρος
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close