κλαδεύω

Μεταφράσεις

κλαδεύω

prune, lop, trim (kla'ðevo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
κόβω κλαδιά φυτού για να δυναμώσει
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close