κλιμακτήριος

Μεταφράσεις

κλιμακτήριος

(klimak'tirios)
ουσιαστικό θηλυκό
η φάση των γυναικών μετά τη λήξη της περιόδου
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close