κλονίζω

Μεταφράσεις

κλονίζω

(klo'nizo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. τραντάζω Ο σεισμός κλόνισε το κτίσμα.
2. μεταφορικά χαλάω ισορροπία κλονίζω τη σιγουριά κάποιου
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close