κολακευτικός

(προωθήθηκε από κολακευτική)
Μεταφράσεις

κολακευτικός

(kolacefti'kos) αρσενικό

κολακευτική

(kolacefti'ci) θηλυκό

κολακευτικό

flatteur, gratuitمُجَامِلpochvalnýrosendeschmeichelhaftcomplimentaryelogiosokohteliaslaskavlusinghiero称賛の칭찬하는complimenteusrosendepochlebnycortêsпоздравительныйberömmandeที่ชมเชยövücükhen ngợi赞美的 (kocefti'ko) ουδέτερο
επίθετο
υπερβολικά επαινετικός κολακευτικά λόγια
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close