κολλώδης

(προωθήθηκε από κολλώδες)
Μεταφράσεις

κολλώδης

(ko'loðis) αρσενικό-θηλυκό

κολλώδες

sticky, adhesive, gummyلَزِجlepkavýklæbendeklebrigpegajosotahmeacollantljepljivappiccicosoべとべとした끈적끈적한plakkerigklissetelepkipegajosoклейкийkladdigเหนียวyapışkandính黏性的, Лепкаваדביק (ko'loðes) ουδέτερο
επίθετο
που κολλάει κολλώδης ουσία
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close