κοσμικός

(προωθήθηκε από κοσμικό)
Μεταφράσεις

κοσμικός

(kozmi'kos) αρσενικό

κοσμική

(kozmi'ci) θηλυκό

κοσμικό

cosmiqueprofanolay, mundane, secular, temporal (kozmi'ko) ουδέτερο
επίθετο
σχετικός με την κοινωνική ζωή κάνω κοσμική ζωή
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close