κουρασμένος

(προωθήθηκε από κουρασμένη)
Μεταφράσεις

κουρασμένος

(kura'zmenos)

κουρασμένη

(kura'zmeni) θηλυκό

κουρασμένο

müdetired, wearyväsinudlas, fatiguéstancomoe, vermoeidمُتْعَبunavenýtrætcansadoväsynytumoran疲れた피곤한trøttzmęczonycansadoусталыйtröttเหน็ดเหนื่อยyorgunmệt累了的Уморенעייף (kura'zmeno) ουδέτερο
επίθετο
που έχει κουραστεί
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Collins Multilingual Translator © HarperCollins Publishers 2009
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close