κρέμα

Μεταφράσεις

κρέμα

creamقِشْدةsmetanacremeSahnenata, cremakermacrèmevrhnjepannaクリーム크림roomfløteśmietankanata, cremeкремgräddeส่วนที่เป็นไขมันของนมซึ่งลอยขึ้นมาบนผิวนมkremakem奶油сметана奶油 ('krema)
ουσιαστικό θηλυκό
1. καλλυντικό ή φαρμακευτικό προϊόν για το δέρμα βάζω απλώνω κρέμα
2. γλυκό από γάλα, αυγά και ζάχαρη κρέμα βανίλια
3. προϊόν από το γάλα κρέμα γάλακτος
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close