κτηνώδης

(προωθήθηκε από κτηνώδες)
Μεταφράσεις

κτηνώδης

(kti'noðis) αρσενικό-θηλυκό

κτηνώδες

brutal, animal, brutish, truculentbrutalوَحُشِيّbrutálníbrutalbrutalraakabrutalbrutalanbrutale残忍な잔인한bruutbrutalbrutalnybrutalжестокийbrutalโหดร้ายvahşitàn bạo残忍的 (kti'noðes) ουδέτερο
επίθετο
που συμπεριφέρεται σαν κτήνος
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close