κυκλοφορώ

Μεταφράσεις

κυκλοφορώ

circulate, pass, releasecirculer (ciklofo'ro)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. κινούμαι σε κοινούς χώρους Ο κόσμος κυκλοφορεί με δυσκολία.
2. ρέω Το αίμα κυκλοφορεί στις φλέβες μας.
3. εξαπλώνομαι, γίνομαι γνωστός Τα νέα κυκλοφορούν γρήγορα.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close