κυρίως

Μεταφράσεις

κυρίως

(ci'rios)
επίρρημα
προπαντός

κυρίως

primarily, mainly, mostlyإِلَىَ حَدٍ كَبِيرٍ, فِي الْأَغْلَبِhlavně, většinoufor det meste, hovedsagliggrößtenteils, hauptsächlichprincipalmenteenimmäkseen, lähinnäprincipalementuglavnomperlopiù, principalmenteたいてい, 主に대부분, 주로grotendeels, voornamelijkfor det meste, hovedsakeliggłównie, przeważnieprincipalmente, na maioria das vezesглавным образом, по большей частиhuvudsakligen, mestโดยส่วนใหญ่, ส่วนมากbaşlıca, çoğunluklachủ yếu, hầu hết là大体上, 大部分, 主要главно主要בעיקר
επίθετο
βασικός το κυρίως πιάτο
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close