κυριολεκτικός

(προωθήθηκε από κυριολεκτική)
Μεταφράσεις

κυριολεκτικός

(ciriolekti'kos) αρσενικό

κυριολεκτική

(ciriolekti'ci) θηλυκό

κυριολεκτικό

literalliteralletteralelittéralletterlijkeliteral文字文字リテラル리터럴 (ciriolekti'ko) ουδέτερο
επίθετο
που δεν είναι μεταφορική
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close