κόρη

Μεταφράσεις

κόρη

('kori)
ουσιαστικό θηλυκό
το παιδί θηλυκού γένους

κόρη

дъщеряfilladceraTochterdaughter, pupil, korefilinohijatütartytärfillekćilányfiliadóttirfigliaduktėdochtercórkafilhafiicădcérahčićerka, ћеркаdotterkız evlatдочьاِبْنَةdatterdatterลูกสาวcon gái女儿女兒
ουσιαστικό θηλυκό
το κέντρο του ματιού
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Collins Multilingual Translator © HarperCollins Publishers 2009
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close