λέξη

Μεταφράσεις

λέξη

думаslovoordWortwordpalabrasõnamotparolaverbumžodisvārdswoordsłowoсловоslovosözcükكَلِمَةsanariječ単語단어ordpalavraordคำtừ ('leksi)
ουσιαστικό θηλυκό
1. ο ελάχιστος φορέας σημασίας η σημασία μιας λέξης
2. κουβέντα Δε θα πω λέξη.
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Collins Multilingual Translator © HarperCollins Publishers 2009
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close