λαθραίος

Μεταφράσεις

λαθραίος

(la'θreos) αρσενικό

λαθραία

(la'θrea) θηλυκό

λαθραίο

clandestine (la'θreo) ουδέτερο
επίθετο
που δεν έχει δηλωθεί επίσημα λαθραίο εμπόρευμα
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close