λασπωμένος

(προωθήθηκε από λασπωμένο)
Μεταφράσεις

λασπωμένος

(laspo'menos) αρσενικό

λασπωμένη

(laspo'meni) θηλυκό

λασπωμένο

muddyمُوَحِلٌzablácenýmudretmatschigembarradomutainenboueuxblatanfangoso泥だらけの질척질척한modderigsøletezabłoconyenlameadoгрязныйlerigเต็มไปด้วยโคลนçamurluvấy bùn泥泞的 (laspo'meno) ουδέτερο
επίθετο
γεμάτος λάσπες λασπωμένος δρόμος
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close