λεηλατώ

Μεταφράσεις

λεηλατώ

plunder, pillage, ravage, sack, freeboot, loot, ransackpiller, ravager (leila'to)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
αρπάζω περιουσίες
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close