λιγοστός

Μεταφράσεις

λιγοστός

(liɣo'stos) αρσενικό

λιγοστή

(liɣo'sti) θηλυκό

λιγοστό

few, scanty, scarceقَلِيلnedostatkovýutilstrækkeligknappexiguoriittämätönrarerijedakscarso不足して모자라는schaarsknapprzadkiescassoредкийsällsyntไม่ค่อยพบkıtkhan hiếm稀少的 (liɣo'sto) ουδέτερο
επίθετο
πολύ λίγος λιγοστές ελπίδες
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close