λινός

(προωθήθηκε από λινή)
Μεταφράσεις

λινός

(li'nos) αρσενικό

λινή

(li'ni) θηλυκό

λινό

linenполотняный (li'no) ουδέτερο
επίθετο
(για ύφασμα) φτιαγμένο από ένα φυτό, το λινάρι λινή φούστα
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close