λιποθυμώ

Μεταφράσεις

λιποθυμώ

faints'évanouir, s’évanouirأُغْمِيَ عَلَيْهomdlítbesvimein Ohnmacht fallendesmayarsepyörtyäonesvijestiti sesvenire気絶する기절하다flauwvallenbesvimezemdlećdesmaiar, swoonпадать в обморокsvimmaเป็นลมbayılmakngất昏倒припадам (lipoθi'mo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
χάνω τις αισθήσεις μου
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close