λιτότητα

Μεταφράσεις

λιτότητα

تَقَشُّفúsporná opatřeníafmatningStrengeausterityausteridadankaruusaustéritéstrogostausterità厳格さ엄격함soberheidstrenghetsurowośćausteridadeэкономияallvarความเคร่งครัดdarlıksự khắc khổ严峻 (li'totita)
ουσιαστικό θηλυκό
1. απλότητα Eκφράζεται με λιτότητα.
2. οικονομικοί περιορισμοί μέτρα λιτότητας
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close